από τον Δημήτρη Μπεκιάρη

Ο Μητσοτάκης θέλει να συντρίψει τον Τσίπρα αντιγράφοντας τον Τσίπρα, αλλά ίσως τελικά γίνει ο νέος Παπανδρέου

Ο Αλέξης Τσίπρας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη

Ο Αλέξης Τσίπρας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη

Πριν το ξέσπασμα της κρίσης του κορωνοϊού, ο πρωθυπουργός θεωρούσε πως είχε τις δύο συνεχόμενες θητείες στο τσεπάκι. Οι σημερινές συνθήκες, ωστόσο, περιπλέκουν την υπόθεση του χρονικού προσδιορισμού της διακυβέρνησης της χώρας από το σύστημα Μητσοτάκη
Σάββατο, 25 Απρίλιος 2020

Λοιπόν. Τα πράγματα με τον κορωνοϊό είναι σοβαρά. Και δεν αναφερόμαστε στην υγειονομική κρίση αυτή τη φορά, αλλά στις πολιτικές εξελίξεις. 

Στο μυαλό του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται η πρόωρη προσφυγή στις διπλές κάλπες. Ο Μητσοτάκης, όμως, δεν είναι σίγουρος. Θέλει, αλλά στενοί του συνεργάτες του ζητούν να εξετάσει την ασφαλή οδό της εξάντλησης της τετραετίας. 

Από την άλλη οι ζηλωτές του νεομητσοτακισμού ζουν και αναπνέουν για την ημέρα που θα τελειώσουν με το πολιτικό κεφάλαιο του Αλέξη Τσίπρα. Θεωρούν – και εν μέρει έχουν δίκιο – ότι μία νέα εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, σε πολιτικό χρόνο που  η Νέα Δημοκρατία θα μπορεί να εξασφαλίσει μία μεγάλη και άνετη εκλογική νίκη θα σηματοδοτήσει την έναρξη ραγδαίων εξελίξεων στα ηγετικά κλιμάκια του ΣΥΡΙΖΑ και νέου κύκλου εσωστρέφειας. 

Εκτός, όμως, από τους νηφάλιους συνομιλητές του Μητσοτάκη και τους φανατικούς του νεομητσοτακισμού, που αδιαφορούν για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν για τη χώρα οι διπλές εκλογές, υπάρχουν και οι εταίροι, οι Ευρωπαίοι, και όχι μόνο, οι οποίοι όταν έρθει η ώρα θα στείλουν με τον τρόπο που μόνο εκείνοι γνωρίζουν το κατάλληλο μήνυμα στον Μητσοτάκη, το οποίο θα είναι τηλεγραφικό και θα αναφέρει: «ούτε να το σκέφτεσαι». 

Οι νηφάλιοι συνομιλητές του Μητσοτάκη, επισημαίνουν ότι η προσφυγή στις κάλπες ενδέχεται να προκαλέσει την οργή της δοκιμαζόμενης κοινωνίας καθώς θα αποκαλύψει τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες που κρύβονται κάτω από το προσωπείο της δήθεν υπεύθυνης και αποτελεσματικής κυβέρνησης. Στην πολιτική τίποτα δεν είναι σίγουρο. Ασφαλώς και η πρόωρη προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία – με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο – θα φέρει μεν τη Νέα Δημοκρατία, πρώτη αλλά ποιος μπορεί να προδικάσει την έκταση μιας εκλογικής νίκης στην κινούμενη άμμο που έχει δημιουργήσει η πανδημία. Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος ότι στη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, η Νέα Δημοκρατία θα καταφέρει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα βρει κυβερνητικούς εταίρους, ειδικά τώρα που και το ΚΙΝΑΛ, προκειμένου να διασωθεί πολιτικά καθώς πληρώνει την μακρά περίοδο που λειτούργησε ως «ουρά της Δεξιάς», ασκεί με έντονο τρόπο αντιπολίτευση και ευθυγραμμίζεται σε πολλά ζητήματα με τον κοντινό συγγενή, τον ΣΥΡΙΖΑ;

Αυτό είναι το ένα σενάριο. Το άλλο είναι ο Μητσοτάκης να επιτύχει εκλογικούς θριάμβους σε όποια συνθήκη, ακόμη και σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις. Αυτή είναι η άποψη που κυριαρχεί στο πρωθυπουργικό Μέγαρο, ακόμη και από τους μετριοπαθείς συνεργάτες και συνομιλητές του. 

Αλλά είπαμε – ή μάλλον γράψαμε -, δεν βρίσκονται μόνο οι νηφάλιοι κάτω από τη στέγη του Μεγάρου Μαξίμου ή στα εκδοτικά συγκροτήματα της Δεξιάς και της διαπλοκής ή στις εταιρείες συμβούλων και στρατηγικής. 

Ο Μητσοτάκης, το τελευταίο χρονικό διάστημα, ακούγοντας τις εισηγήσεις των ζηλωτών σκέφτηκε το εξής: «Πότε θα έχω ξανά τέτοια ευκαιρία να ξεμπερδεύω με τον Τσίπρα;»

Σε πρόσφατο διάγγελμά του, με τα κωδικοποιημένα μηνύματα που έστειλε για να δοκιμάσει τα όρια της κοινωνίας, των δημοσιογράφων και του πολιτικού προσωπικού, πυροδότησε τα σενάρια της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες όταν τελικά η υγειονομική κρίση του κορωνοϊού εισέλθει σε φάση μόνιμης ύφεσης. 

Τότε όμως, θα ξεκινά και η βαθιά ύφεση στην οικονομία. Το γνωρίζει καλά αυτό ο Μητσοτάκης, όπως γνωρίζει ότι τα νερά είναι αχαρτογράφητα και οι κίνδυνοι κάθε απόφασης που θα ληφθεί σήμερα άγνωστοι. Οι επιπτώσεις στην οικονομία θα είναι τρομακτικές. Οι αντοχές της κοινωνίας που εδώ και μία 10ετία αντιμετωπίζει την μία κρίση μετά την άλλη θα δοκιμαστούν. Η ψυχολογία του εκλογικού σώματος έχει μεταβληθεί από την εποχή της επιβολής της μνημονιακής στρατηγικής στη χώρα μας μέχρι σήμερα. Πλέον ο λαός, οι πολίτες, οι ψηφοφόροι δεν δείχνουν τις αντοχές και την ανοχή που έδειχναν στα χρόνια της ευημερίας. Οι κυβερνήσεις από την εποχή του μνημονίου μέχρι και σήμερα που διαμορφώνεται η μεταμνημονιακή πολιτική πραγματικότητα, είναι αναλώσιμες, μίας χρήσης. Οι κυβερνήτες είναι απλοί διαχειριστές της βούλησης και των αποφάσεων των υπερεθνικών πολιτικών και οικονομικών δομών, αόρατων και ορατών, της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και του οικονομικού ιερατείου της Φρανκφούρτης.  

Τα γνωρίζει όλα αυτά ο Μητσοτάκης και βρίσκεται σε δίλημμα. Να εξασφαλίσει τη διεύρυνση του χρόνου παραμονής του στην εξουσία με την προκήρυξη εκλογών σύντομα, είτε τον Ιούλιο, είτε τον Σεπτέμβριο, είτε τον Οκτώβριο, είτε να εξαντλήσει την τετραετία, να διαχειριστεί την οικονομική κρίση και να ελπίζει σε ανάκαμψη το 2021 ώστε στο τέλος της θητείας του να παλέψει για την ανανέωσή της; 

Ο αρχικός πολιτικός σχεδιασμός του Μητσοτάκη ήταν ο εξής: Πλάνο διακυβέρνησης οκταετίας. 

Η αλήθεια είναι πως πριν το ξέσπασμα της κρίσης του κορωνοϊού, ο πρωθυπουργός θεωρούσε πως είχε τις δύο συνεχόμενες θητείες στο τσεπάκι. Οι σημερινές συνθήκες, ωστόσο, περιπλέκουν την υπόθεση του χρονικού προσδιορισμού της διακυβέρνησης της χώρας από το σύστημα Μητσοτάκη. 

Το σίγουρο είναι το εξής: Αν ο Μητσοτάκη προσφύγει σύντομα στις κάλπες θα κερδίσει τις εκλογές. Η νίκη, είτε πύρρειος, είτε θριαμβευτική, είναι βέβαιη. Θα νικήσει τώρα που θα μπορέσει να αξιοποιήσει τα αποτελέσματα της επιτυχούς – με βάση τη στατιστική – διαχείρισης της πανδημίας, τώρα που οι δημοσκοπήσεις του δίνουν σημαντικό προβάδισμα, τώρα που η αντιπολίτευση είναι ακόμη αποδιοργανωμένη, τώρα που το Μαξίμου διατηρεί τον έλεγχο πριν αρχίσουν να «σκάνε» και άλλα σκάνδαλα, όπως το voucher gate, τα οποία σε συνδυασμό με τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης του κορωνοϊού θα μεταβάλλουν ριζικά τις συνθήκες στο περιβάλλον μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί οποιαδήποτε πολιτική – προεκλογική αντιπαράθεση. 

Με βάση όλα τα παραπάνω, ο Μητσοτάκης έχει στο μυαλό του το 2015, όταν το αρχικό ναυάγιο της κυβέρνησης Τσίπρα με τους Ευρωπαίους οδήγησε στο δημοψήφισμα και στα capital controls. Ο φρέσκος, τότε, πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας προκήρυξε εκλογές ώστε να ζητήσει νωπή εντολή, λαϊκή νομιμοποίηση για το αντιλαϊκό πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα που θα εφάρμοζε φέρνοντας νέο μνημόνιο. Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε με άνεση μία Νέα Δημοκρατία που σε εκείνη τη συγκυρία ήταν αδύναμη να αντιδράσει. Το σοκ των capital controls, οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης με τους Ευρωπαίους, η πολιτική και κοινωνική αναταραχή που είχε προκαλέσει η προκήρυξη δημοψηφίσματος, δεν είχαν σταθεί ικανά να αποτρέψουν και δεν απέτρεψαν τελικά την άνετη επανεκλογή του Αλέξη Τσίπρα στη θέση του πρωθυπουργού. 

Ας επιστρέψουμε στο σήμερα.

Στην παρούσα συγκυρία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η παρέα του, έχουν αιφνιδιαστεί. Από τι; Από το ξέσπασμα του σκανδάλου με τα voucher και από την σφοδρή αντεπίθεση του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ που ξύπνησαν επιτέλους από τον λήθαργο των πρώτων εννέα μηνών που ακολούθησαν από την εκλογική ήττα του Ιούλη του 2019. Επίσης στο Μέγαρο Μαξίμου ανησυχούν από την προσέγγιση που διαφαίνεται μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής. 

Η σειρά των πραγμάτων έχει ως εξής: Ο Μητσοτάκης προέκρινε πριν από μερικές εβδομάδες το σχέδιο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες με δύο βασικούς αντικειμενικούς σκοπούς: Την αλλαγή του εκλογικού νόμου και τη νέα, νωπή λαϊκή εντολή ώστε να εφαρμόσει το νέο μνημόνιο για το οποίο η χώρα βαδίζει ολοταχώς. Περίπου έτσι το είχε κάνει ο Αλέξης Τσίπρας τον Σεπτέμβρη του 2015, όταν μετά την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους είχε λάβει εντολή συνέχισης της μνημονιακής πολιτικής. 

Σήμερα, αξιόλογοι συνομιλητές του Μητσοτάκη επισημαίνουν τους κινδύνους που εγκυμονεί μία απόφαση πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, η οποία δεν ενέχει βέβαια το ρίσκο της εκλογικής ήττας, αλλά θα είχε συνέπειες στο πλέγμα της σχέσης της κυβέρνησης Μητσοτάκη με την κοινωνία και τους ευρωπαίους εταίρους, με την επιχειρηματική ελίτ και με άλλα συστήματα τα οποία θέτουν ως ζητούμενο τη σταθερότητα. Ο Μητσοτάκης, λοιπόν, το ξανασκέφτηκε. Αποφάσισε να μην τεστάρει την αντοχή και τις ανοχές της κοινωνίας και του ξενικού παράγοντα και να μην παίξει μικροπολιτικά παιχνίδια ενώ ο κόσμος καίγεται. Τώρα, όμως, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά σε σχέση με τα πλάνα που κατέστρωσαν στο στρατηγείο του επιτελικού κράτους. Το ξέσπασμα σκανδάλων, οι υποβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας, οι κοινωνικές αντιδράσεις που θα κλιμακωθούν, η κακή ψυχολογία που επικρατεί στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, ο φόβος για το άγνωστο, έχουν - μέσα στον πυκνό πολιτικό χρόνο της εποχής μας - ξαναβάλει στο τραπέζι το σενάριο των πρόωρων εκλογών, οι οποίες, σύμφωνα με κάποιους, θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ακόμη και μέσα στο καλοκαίρι. 

Αυτή η σειρά των πραγμάτων έχει φέρει στο επίκεντρο των συζητήσεων που διεξάγονται εν μέσω πανδημίας στο Μαξίμου εκείνο το καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 2015, το καλοκαίρι που κάποιοι είχαν πιστέψει ότι θα ξεμπέρδευαν με τον Αλέξη Τσίπρα, ότι θα έκλεινε η «Αριστερή παρένθεση». 

Ο Μητσοτάκης σκέφτεται και το άλλο. Ποιο είναι αυτό; Ότι μπορεί να έχει την τύχη που είχε ο Γιώργος Παπανδρέου, ο οποίος είχε έρθει στα πράγματα «καβάλα στο άλογο», όπως τώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ωστόσο, είναι βέβαιο πως αν φέρει νέο μνημόνιο, σε αυτή τη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη, ο Μητσοτάκης θα γκρεμιστεί από το άλογο, όπως είχε γκρεμιστεί και «τσακιστεί» ο Παπανδρέου. 

 

Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Periodista.gr, αποδέχεστε τη χρήση Cookies Αποδοχή