από τον Δημήτρη Μπεκιάρη

Οι δικαστές «είδαν» τη μίζα των 14.000.000 ευρώ σε πρώην υπουργό

Μίζες

Μίζες

Η διαφορά μεταξύ δύο φαρμακευτικών εταιρειών αποκάλυψε χορό εκατομμυρίων στον χώρο του φαρμάκου και εμπλοκή πρώην υπουργού, ο οποίος θα κληθεί να δώσει εξηγήσεις
Κυριακή, 03 Μάρτιος 2019

Ο  «κύβος ερρίφθη». Το σκάνδαλο Novartis και άλλα σκάνδαλα στο χώρο της Υγείας βαδίζουν προς την τελική ευθεία. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι πολύ σύντομα (είναι πολύ πιθανό εντός της ερχόμενης εβδομάδας) οι εισαγγελείς της Διαφθοράς αναμένεται να αρχίσουν να καλούν να καταθέσουν ως ύποπτα πολιτικά πρόσωπα, των οποίων τα ονόματα εμπλέκονται στις βορβορώδεις αυτές υποθέσεις.

Μεταξύ αυτών, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Θανάση Λυρτσογιάννη στην kontranews αναμένεται να είναι και πρώην υπουργός για τον οποίο η εισαγγελία διαφθοράς έχει στη διάθεσή της στοιχεία για μίζα 14 εκατομμυρίων ευρώ. Η Κυριακάτικη Kontranews έχει στη διάθεσή της αποκαλυπτικό έγγραφο στο οποίο δικαστές κάνουν αναφορές για μίζες.

Για την ίδια υπόθεση που αποκαλύπτει η Κυριακάτικη Kontranews έχει καταθέσει στους Εισαγγελείς της Διαφθοράς, που ερευνούν το σκάνδαλο Novartis, καθώς και τα άλλα σκάνδαλα στο χώρο της Υγείας και ο προστατευόμενος μάρτυρας Μάξιμος Σαράφης.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο προστατευόμενος μάρτυρας ενέπλεξε ευθέως τον πρώην υπουργό, καθώς και το πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται να έχει δώσει τη μίζα.

Η υπόθεση αφορά σε μία από τις μεγαλύτερες προμήθειες που έκανε η ελληνική κυβέρνηση από πολυεθνικές κυρίες φαρμακευτικές εταιρείες και ξεπερνά τα 200 εκατομμύρια ευρώ.

Οπως αναφέρει μεταξύ άλλων ο Μάξιμος Σαράφης το υλικό που προμηθεύτηκε η τότε κυβέρνηση το πλήρωσε ως 40 ευρώ στη μία πολυεθνική εταιρεία και ως 50 σε δεύτερη (η προμήθεια δόθηκε με διαγωνισμό σε δύο εταιρείες).

Ο ίδιος στη συνέχεια της κατάθεσής του επισημαίνει ότι το ίδιο υλικό στις διάφορες χώρες της Ευρώπης κοστίζει από 5 ως 15 ευρώ.

Αναφέρουμε αυτή την πολύ σημαντική παρατήρηση του Μάξιμου Σαράφη, γιατί γίνεται αντιληπτό ξεκάθαρα πλέον πόσο κόστισαν οι διάφορες μίζες στον ελληνικό λαό, ο οποίος πλήρωνε. Στην προκειμένη περίπτωση η τιμή του υλικού ήταν αυξημένη από 3 ως 10 φορές σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πρόκειται για τη λεηλασία η οποία εκτεινόταν σε όλο το εύρος του δημόσιου τομέα και είχε σαν αποτέλεσμα (μαζί με άλλες αιτίες βεβαίως) να στείλουν τη χώρα στα βράχια της χρεοκοπίας και στα μνημόνια. Οι μίζες λοιπόν είναι μία από τις κύριες αιτίες χρεοκοπίας της χώρας, κατακρεούργησης των συντάξεων, των μισθών, φτωχοποίησης και περιθωριοποίησης μεγάλων τμημάτων του ελληνικού λαού.

Επανερχόμενοι στον Μάξιμο Σαράφη θα αναφέρουμε πως κατά την κατάθεσή του στους Εισαγγελείς Διαφθοράς αναφέρει το όνομα του υπουργού και ενός στελέχους αμαρτωλού δημόσιου οργανισμού, καταδικασμένου για άλλες υποθέσεις και κατηγορούμενου επίσης για άλλη υπόθεση διαφθοράς.

Ο ίδιος αποτιμά το ύψος της μίζας που δόθηκαν από τις δύο ομάδες εταιρειών (λέμε ομάδες γιατί οι δύο πολυεθνικές συνεργάστηκαν για να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό με ελληνικές επιχειρήσεις και επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο του φαρμάκου και γενικότερα των προμηθειών στον κλάδο της υγείας) στα (κρατηθείτε  παρακαλώ) 40 εκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή για μία προμήθεια πάνω από 200 εκατομμύρια ευρώ η μίζα που δόθηκε έφτασε στα 40 εκατομμύρια ευρώ, οπότε δικαιολογημένα θα πείτε η τιμή του υλικού από τα 5 ως 15 ευρώ στις άλλες χώρες να εκτοξευτεί στα 40 και 50 ευρώ στην Ελλάδα.

Μάλιστα αν κάνουμε το διαχωρισμό βλέπουμε ότι η μία μίζα ήτα 14 εκατομμύρια και η άλλη επομένως, σύμφωνα με την κατάθεση του Μάξιμου Σαράφη, ήταν 26 εκατομμύρια ευρώ. Κατά σύμπτωση εκείνοι που έδωσαν μίζα 14 εκατ. ευρώ τιμολόγησαν το υλικό στα 40 ευρώ και οι άλλοι που κατέβαλαν 26 εκατ. ευρώ πήραν την προμήθεια με τιμή υλικού στα 50 ευρώ. Δηλαδή όσο πιο μεγάλη η μίζα τόσο πιο ακριβό και το υλικό.

Επανερχόμενοι τώρα στο έγγραφο που έχει στα χέρια της η Κυριακάτικη Kontranews και από την οποία προκύπτει πως δικαστές εκτιμούν πως πρέπει να δόθηκε μίζα 14 εκατομμύρια ευρώ, θα σας αναφέρουμε πως η αιτία για τα αποκαλυπτήρια ήταν η αντιπαράθεση και η κόντρα ανάμεσα στους δύο συνεταίρους, την ελληνική επιχείρηση και τον Έλληνα επιχειρηματία με την πολυεθνική επιχείρηση.

Οι δικαστές που ανέλαβαν να εκδικάσουν την υπόθεση ανάμεσα στις δύο πλευρές, αναφέρουν στην πάνω από 100 σελίδες απόφασή τους ότι η ελληνική εταιρεία δεν είχε την επιστημονική γνώση, ούτε το επιστημονικό προσωπικό για να προσφέρει τις απαραίτητες υπηρεσίες σε αυτό τον τομέα. Και αφού αναρωτιούνται γιατί τότε δόθηκε μία πολύ μεγάλη αμοιβή στον Ελληνα συνεταίρο, επισημαίνουν: «Αν η...(αναφέρουν το όνομα της ελληνικής εταιρείας) ισχυριζόταν ότι είχε (ή είχε πράγματι) επαφές να επηρεάσουν την κατακύρωση του διαγωνισμού, και η ... (αναφέρουν το όνομα της πολυεθνικής εταιρείας) απέβλεπε στις «επαφές» (η λέξη εντός εισαγωγικών γιατί υπονοούν άλλη, μεταφορική, σημασία της λέξης επαφές και όχι την ακριβή) αυτές, τότε, λογικώς πρόκειται για επαφές ή με την τότε πολιτική εξουσία, ή με τους αρμόδιους δημόσιους υπαλλήλους ή κρατικούς λειτουργούς, που θα εισηγούνταν ή θα αποφάσιζαν σε ποια εταιρεία θα κατακυρωθεί ο διαγωνισμός.»

Στη συνέχεια οι δικαστές αφού κάνουν αναφορά στις υπηρεσίες που θα προσέφερε ή συνεισέφερε η ελληνική εταιρεία στην κοινοπραξία με την πολυεθνική εταιρεία και τις οποίες εκτιμούν ότι δεν είναι κάτι σημαντικό «ώστε να δικαιολογείται το ιδιαιτέρως σημαντικό κέρδος που θα αποκόμιζε από την κατακύρωση του διαγωνισμού υπέρ της κοινοπραξίας.

Παραμένει λοιπόν ως μόνη λογική εξήγηση ότι η ... (αναφέρεται το όνομα της πολυεθνικής εταιρείας) προσέλαβε την ... (αναγράφεται το όνομα της ελληνικής εταιρείας) ως εταίρο έναντι ποσοστού ... (αναγράφεται το ακριβές ποσοστό) επί των εισπράξεων, χάριν των πραγματικών ή απλώς προβαλλόμενων (όχι επιστημονικής φύσεως) επαφών (διασυνδέσεων) της τελευταίας με πρόσωπα, δυνάμενα να επηρεάσουν την απόφαση κατακυρώσεως του διαγωνισμού.»

Για τις “επαφές” και τις “διασυνδέσεις” του Ελληνα συνεταίρου στην κοινοπραξία κάνει λόγο και ο γενικός διευθυντής της πολυεθνικής εταιρείας, ο οποίος κατέθεσε ότι η εταιρεία είχε ανάγκη από έναν άνθρωπο ο οποίος θα «είχε τέτοιες κατάλληλες επαφές».

Και οι δικαστές αποφαίνονται: «Ενόψει όμως του ότι: α) Η ....(αναφέρεται το όνομα της ελληνικής εταιρείας) δεν φαίνεται να είχε στο προσωπικό της κανένα ειδικό περί τα φαρμακευτικά επιστήμονα (γιατρό, βιολόγο, χημικό, φαρμακοποιό), β) γνώση για τη φύση, τον τρόπο χρησιμοποιήσεων των ... (αναφέρεται το υλικό που το Δημόσιο πλήρωσε πάνω από 200 εκατ. για να προμηθευτεί), την ενέργεια και τα αποτελέσματά τους είχαν μόνο οι επιστήμονες της ....(αναφέρεται το όνομα της πολυεθνικής εταιρείας), οι οποίοι και μόνο θα μπορούσαν να ενημερώσουν σχετικώς το αρμόδιο προσωπικό των ...(αναφέρεται το όνομα των υπηρεσιών που θα χρησιμοποιούσαν το υλικό) και να του μεταδώσουν την αναγκαία τεχνογνωσία, και γ) από πλευράς ...(αναγράφουν το όνομα των υπηρεσιών που χρησιμοποιούσαν το υλικό) τους επιστήμονες που θα ενημερώνονταν και θα ήλεγχαν την αξιοπιστία των ... (αναφέρεται το όνομα του υλικού) κατά το στάδιο μέχρι την κατακύρωση του διαγωνισμού θα τους όριζε αναγκαίως το Δημόσιο (αν ήταν ανάγκη να γίνει και αν έγινε πράγματι τέτοιος έλεγχος), οι επαφές του .... (αναφέρεται το όνομα του Ελληνα επιχειρηματία), στις οποίες αναφέρεται η ...  (αναγράφεται το όνομα της πολυεθνικής εταιρείας) και ο τότε γενικός διευθυντής της .... (αναφέρεται το όνομα του γενικού διευθυντή) δεν μπορούσαν λογικώς να είναι “επιστημονικές”».

Και αν δεν ήταν όλα τα προαναφερόμενα, τότε γιατί πήρε η ελληνική πλευρά τόσο πολύ μεγάλη αμοιβή, είναι το εύλογο ερώτημα, το οποίο όπως προαναφέραμε, απευθύνουν και οι δικαστές; Γιατί, μπορούσε να ασκήσει την κατάλληλη επιρροή την οποία οι δικαστές την κοστολόγησαν στα 14 εκατομμύρια ευρώ.

Τέλος, να αναφέρουμε πως σύμφωνα με πληροφορίες, ίχνη του χρήματος εντοπίστηκαν σε λογαριασμό συνεργάτη του πρώην υπουργού στην Ελβετία και τα οποία κινήθηκαν προς τις ΗΠΑ, όπου αγοράστηκε πολυτελές ακίνητο.

Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Periodista.gr, αποδέχεστε τη χρήση Cookies Αποδοχή