από τον Δημήτρη Μπεκιάρη

Δημοσίευμα «βόμβα» στους Financial Times: Ο Μητσοτάκης διευκολύνει το ξέπλυμα μαύρου χρήματος - Ποιους επιχειρηματίες και εφοπλιστές ευνοεί

Financial Times

Financial Times

Πέμπτη, 14 Νοέμβριος 2019

Διεθνής διασυρμός για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, από την ιστοσελίδα των Financial Times. Στο άρθρο των Financial Times ότι «η κεντροδεξιά κυβέρνηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη προώθησε ένα μέτρο μέσω του κοινοβουλίου το οποίο φαίνεται να ανατρέπει την προσήλωση της Ελλάδας σε διεθνή πρότυπα για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες».

Μία τροποποίηση του ποινικού κώδικα, που όπως σημειώνεται, έρχεται σε αντίθεση με τις διεθνείς πρακτικές κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τις οποίες η Ελλάδα προσυπογράφει.

Το δημοσίευμα επικαλείται και τις αναφορές δύο πολύ σημαντικών οργανισμών. Σύμφωνα λοιπόν με την Financial Action Task Force και την Greco ότι «τα μετρητά και τα περιουσιακά στοιχεία που κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια ποινικής έρευνας πρέπει να παραμείνουν παγωμένα μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι δικαστικές διαδικασίες».

«Ο Κώστας Τσιάρας, ο υπουργός Δικαιοσύνης, υπέβαλε την τροπολογία την Τετάρτη το πρωί, πριν από την τελική συζήτηση για το νέο νόμο χωρίς να δώσει νομική εξήγηση γιατί η Ελλάδα σπάει την προηγούμενη πρακτική της», επισημαίνει το δημοσίευμα .

Η εφημερίδα σημειώνει επίσης, ότι «ο Αλέξης Τσίπρας, ο πρώην πρωθυπουργός και ηγέτης του αριστερού κόμματος αντιπολίτευσης ΣΥΡΙΖΑ, υπέβαλε γραπτή ερώτηση στον πρωθυπουργό για το θέμα. “Γιατί επιλέξατε να επιδείξετε την επιείκεια σε εγκληματίες με άσχημη θητεία σε υψηλό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον που εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους κοντά στην εξουσία… για προσωπικό κέρδος;” ρωτά ο κ. Τσίπρας».

Σύμφωνα μάλιστα με το άρθρο των Financial Times, με την αλλαγή που προώθησε η ελληνική κυβέρνηση ανάμεσα σε όσους θέλουν να επωφεληθούν είναι Έλληνες εφοπλιστές, εξέχοντες επιχειρηματίες και πρώην τραπεζίτες που βρίσκονται υπό έρευνα για παραβίαση εμπιστοσύνης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. «Ενώ τα περιουσιακά τους στοιχεία καταψύχθηκαν μεταξύ δύο και επτά ετών, κανείς από τους κατηγορούμενους δεν εμφανίστηκε ποτέ στο δικαστήριο», τονίζεται στο δημοσίευμα.

«Η κίνηση της κυβέρνησης εξέπληξε τους Έλληνες δικηγόρους και τους δικαστές, καθώς το συντηρητικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας υποσχέθηκε ότι θα αυξήσει τα στάνταρτ στο δικαστικό σύστημα, ειδικά σε ότι αφορά την καταπολέμηση της διαφθορά και το οικονομικό έγκλημα, αφού κέρδισαν τις εκλογές του Ιουλίου», σημειώνει το ρεπορτάζ.

«Υπάρχει κάτι περισσότερο από ένα θέμα φήμης που διακυβεύεται εδώ… Η Ελλάδα είναι τώρα πιο πιθανό να υποβαθμιστεί στους διεθνείς δείκτες για την επιχειρηματική δραστηριότητα, με επιπτώσεις στο επενδυτικό ενδιαφέρον», δήλωσε στην εφημερίδα κορυφαίος δικηγόρος της Αθήνας που αρνήθηκε να ονομαστεί.

«Η τροπολογία απαιτεί την δημιουργία δικαστικών επιτροπών σε όλη την Ελλάδα για να εξετάσει σχεδόν 900 υποθέσεων για ενδεχόμενη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εντός των επόμενων τριών μηνών και να αποφασίσει σε ποιες από αυτές δικαιολογείται η παράταση του παγώματος περιουσιακών στοιχείων για άλλους 18 μήνες». σημειώνεται εν συνεχεία.

«Υπάλληλος της ελληνικής υπηρεσίας καταπολέμησης της διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δήλωσε ότι το ο κύριος όγκος των περιουσιακών στοιχείων που έχουν παγώσει τα τελευταία τρία χρόνια, ανέρχεται στο 1,02 δισ. ευρώ, και θα πρέπει πιθανότατα να επιστραφούν», υπογραμμίζει στο ρεπορτάζ της η ανταποκρίτρια των FT Kerin Hope.

«Είναι απίθανο αυτές οι επιτροπές να είναι σε θέση να εντοπίσουν τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήταν προϊόντα εγκληματικής δραστηριότητας, στο χρονικό διάστημα που δίνεται», δήλωσε ο αξιωματούχος.

Από την πλευρά του αξιωματούχος της FATF (Financial Action Task Force) προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα: «Εάν μια χώρα περάσει έναν νόμο που απαιτεί τα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή την τρομοκρατία να αποδεσμευτούν αυτομάτως μετά από από συγκεκριμένη περίοδο, αλλά πριν από μια οριστική δικαστική απόφαση… τότε η FATF θα ανησυχεί περισσότερο», καταλήγει το ρεπορτάζ των FT.

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΩΝ FINANCIAL TIMES ΕΔΩ

Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Periodista.gr, αποδέχεστε τη χρήση Cookies Αποδοχή