από τον Δημήτρη Μπεκιάρη

Το θλιβερό ξεκατίνιασμα ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αποδυναμώνει τη χώρα

Η Βουλή των Ελλήνων

Η Βουλή των Ελλήνων

Το αστείο – αν μπορεί κάποιος να βρει κάτι όντως αστείο σε αυτό το θλιβερό ξεκατίνιασμα – είναι ότι και τα δύο κόμματα αποσκοπούν στην κατάκτηση ή/και τη διατήρηση του λεγόμενου μεσαίου χώρου.
Σάββατο, 17 Οκτώβριος 2020

Υπό άλλες (κανονικές) συνθήκες θα μπορούσε να έχει πλάκα. Θα μπορούσαμε να αράξουμε στον καναπέ μας και να κάνουμε χάζι ή να σπάσουμε πλάκα με τα μαλλιοτραβήγματα και τα ξεκατινιάσματα που μας επιφυλάσσει καθημερινά η διαρκής κόντρα της Ν.Δ. με τον ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν επί παντός του επιστητού.

Όμως οι συνθήκες δεν είναι κανονικές. Κάθε άλλο, καθώς η χώρα βρίσκεται στο μέσο μιας πανδημίας που απειλεί με ακόμη πιο καταστροφικές υγειονομικές και οικονομικές συνέπειες την κοινωνία, δίχως μάλιστα να είναι ακόμη ορατή η δυνατότητα μιας φαρμακευτικής αντιμετώπισης είτε του κορωνοϊού είτε της ασθένειας που προκαλεί.

Ακόμη χειρότερα, βρίσκεται στα πρόθυρα μιας κορύφωσης της ελληνοτουρκικής κρίσης, για την οποία όλο και περισσότεροι εκτιμούν ότι ενδέχεται να λάβει πολύ σύντομα και στρατιωτικό χαρακτήρα.

Υποθέτουμε ότι δεν χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από ένα μυαλό μετρίων δυνατοτήτων για να αντιληφθούμε άπαντες ότι η χώρα παίζει πολλά και κρίσιμα στοιχήματα, χωρίς μάλιστα δική της ευθύνη και επιλογή, τα οποία αρχίζουν από τη σταθερότητα και την ευημερία της και φτάνουν έως και την ακεραιότητά της. 

Άρα έχει απόλυτη ανάγκη όχι μόνο από ηρεμία και καθαρό πολιτικό παιχνίδι, αλλά και από στενή συνεργασία – ενίοτε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας – των πολιτικών δυνάμεων, ώστε να επιτευχθεί, παρά τις εύλογες πολιτικές διαφορές και συγκρούσεις, η μίνιμουμ συναντίληψη και συναπόφαση στην αντιμετώπιση (τουλάχιστον) της ωμής τουρκικής απειλής.

Είναι, για παράδειγμα, απολύτως κρίσιμη η συμφωνία ως προς τις κόκκινες γραμμές της χώρας σε ό,τι αφορά την τουρκική δραστηριότητα στην ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο και το Αιγαίο.

● Η Ελλάδα προκρίνει και επιδιώκει τον διάλογο, αλλά πόσες προκλήσεις και παράνομες ενέργειες, πόσες (και ποιες) παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της ίδιας της κυριαρχίας της μπορεί να ανεχθεί χωρίς να αναγκαστεί να «πυροβολήσει»;

● Με ποια διπλωματικά και πολιτικά μέσα είναι αποφασισμένη να απαντήσει στις απροκάλυπτες επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας χωρίς να ρισκάρει έναν πόλεμο;

● Πού σταματάει η διπλωματία και πού αρχίζει η στρατιωτική – μικρής ή μεγάλης έκτασης – σύγκρουση;

● Ποιες κυβερνητικές επιλογές – και μέχρι ποιο σημείο – είναι αποφασισμένη να στηρίξει η αντιπολίτευση;

Χωρίς στοιχειώδη τεκμηρίωση

Για να μπορούν όμως να συζητηθούν όλα αυτά, απαιτείται ένα μίνιμουμ πολιτικής ομαλότητας. Και σοβαρότητας, η οποία δυστυχώς δεν περισσεύει στις μέρες μας – αν δεν απουσιάζει εντελώς.

Πολλά στελέχη της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ διαιωνίζουν έναν ανόητο και άκρως επιζήμιο ψευδοεμφύλιο, ο οποίος ξέσπασε εν μέσω της χρεοκοπίας και των μνημονίων και συνεχίζεται έως σήμερα, ακόμη και με αφορμή την – λυτρωτική για τη δημοκρατία – καταδίκη της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης. Στις διάφορες φάσεις αυτής της κόντρας:

● Ηγεσίες της Ν.Δ. κατηγορήθηκαν ως ακροδεξιές.

● Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορήθηκε περίπου ως υποστηρικτής της τρομοκρατίας.

● Και τα δύο κόμματα κατηγορήθηκαν ότι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στήριξαν υπογείως ή «ξέπλυναν» ή χρησιμοποίησαν τη Χρυσή Αυγή για την επίτευξη πολιτικών στόχων.

Τίποτε ωστόσο απ’ όλα αυτά δεν αποδεικνύεται, τίποτε δεν τεκμηριώνεται, τίποτε δεν αποτελεί κάτι περισσότερο από «ερμηνείες» γεγονότων, πράξεων, καθυστερήσεων και ίσως παραλείψεων. Στην πραγματικότητα, αν θέλουμε να είμαστε στοιχειωδώς σοβαροί:

● Ο Σαμαράς και ο Μητσοτάκης δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκληθούν στα σοβαρά ακροδεξιοί – αν δηλαδή έχουμε συναίσθηση του τι σημαίνει αυτός ο χαρακτηρισμός.

● Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί ούτε κατά φαντασίαν να αποκληθεί Άκρα Αριστερά ούτε, πολύ περισσότερο, στήριξε ποτέ με οποιονδήποτε τρόπο την τρομοκρατία.

● Κανένα από τα δύο αυτά κόμματα δεν αποδεικνύεται ότι στήριξε ούτε χρησιμοποίησε τους νεοναζί για την επίτευξη πολιτικών στόχων.

Οι δε ποινές και η φυλάκιση των νεοναζί αποδεικνύουν ότι όλα όσα ειπώθηκαν αυτές τις μέρες εκατέρωθεν ήταν επιεικώς αβάσιμα...

Μπορεί η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά το πρόσφατο κυβερνητικό / μνημονιακό παρελθόν τους, να θεωρούν πολύ βαθιές τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές τους, αλλά καμιά απ’ αυτές τις διαφορές δεν δικαιολογεί την ακραία, κατά βάση ατεκμηρίωτη, συκοφαντική και σχεδόν ανεξέλεγκτη επιθετικότητα πολλών στελεχών τους.

Ο... μεσαίος χώρος

Το αστείο – αν μπορεί κάποιος να βρει κάτι όντως αστείο σε αυτό το θλιβερό ξεκατίνιασμα – είναι ότι και τα δύο κόμματα αποσκοπούν στην κατάκτηση ή/και τη διατήρηση του λεγόμενου μεσαίου χώρου. 

Αυτού ακριβώς του χώρου ο οποίος απεχθάνεται βαθύτατα τις ακρότητες, τις προβοκάτσιες, τη διατάραξη της πολιτικής και κοινωνικής ομαλότητας. Αντιθέτως απαιτεί τη δημιουργία και διατήρηση, με κάθε κόστος, των συνθηκών που διασφαλίζουν την πολιτική σταθερότητα και την ομαλή οικονομική δραστηριότητα.

Δεν είναι όμως μόνο ο μεσαίος χώρος που έχει ανάγκη από ένα αίσθημα ασφάλειας, σταθερότητας και ισχύος αυτή την περίοδο, αλλά ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, η οποία βλέπει να απειλούνται ευθέως οι σταθερές της, οι προσδοκίες της για ομαλή έξοδο από τη μνημονιακή περιπέτεια και η εθνική ακεραιότητα.

Συνεπώς έχει κάθε λόγο και κάθε δίκιο να απαιτεί από το πολιτικό σύστημα – και κυρίως από τα νυν ή δυνάμει κυβερνητικά κόμματα – να κάνει ό,τι απαιτηθεί για να διασφαλίσει τουλάχιστον τα κοινωνικά, οικονομικά και εθνικά κεκτημένα. Αντ’ αυτού παρακολουθεί το θλιβερό θέαμα που περιγράψαμε παραπάνω.

Αν δεν κατανοούν αυτό, ας συνειδητοποιήσουν τουλάχιστον τα δυο μεγάλα κόμματα ότι η εικόνα παρακμής και διάλυσης έχει και στο πρόσφατο παρελθόν αποτελέσει έναν από τους κύριους τροφοδότες των νεοναζί. Και ότι η καταδίκη και η φυλάκιση των μελών και ηγετών της Χ.Α. δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην το τέλος της φασιστικής απειλής. Η οποία είναι ο μόνος πραγματικός εχθρός και για το πολιτικό σύστημα και για την κοινωνία. Εκτός από τον Ερντογάν βεβαίως...

ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι

Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Periodista.gr, αποδέχεστε τη χρήση Cookies Αποδοχή